«Τα μήλα της Θεοτόκου» - Μακαριστός Γέρων Αρσένιος ο Σπηλαιώτης.


Γέροντας Αρσένιος ο Σπηλαιώτης - Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής
«Μια φορά – διηγείται ο παππούς – ανεβαίνοντας κατά τον χειμώνα το χιονισμένο μονοπάτι, όταν κοντέψαμε στην Παναγία, είτε από δαιμονικήν ενέργειαν, είτε για να μας δοκιμάσει η Παναγία μας, έπιασε μια τόσο πυκνή ομίχλη, ώστε δεν βλέπαμε ούτε βήμα μπροστά μας.
Μου λέει ο Γέροντας: “π. Αρσένιε, εδώ πάνω οι τόποι είναι επικίνδυνοι. Μπορεί να πέσουμε σε κανέναν γκρεμό. Καλύτερα ας διανυκτερεύσουμεν εδώ και το ίδιον είναι”. Tί να σας πω, βγάλαμε τόσο ωραίαν αγρυπνίαν, που δεν θα την ξεχάσω ! Το πρωί, μόλις έφεξε, τί να δούμε; Ήμασταν έξω από την Παναγίαν. Ήταν κι αυτό δώρο της Παναγίας μας.
Ναι, αλλά μιάν άλλη φορά που ανεβήκαμε βράδυ εξαντλημένοι, παϊλντισμένοι, τί οικονόμησε η καλή Μητέρα μας ; Μπαίνοντας μέσα στον ναόν, μοσχοβολούσε η εκκλησία από δύο ολόφρεσκα μήλα, κολλημένα μπροστά από την εικόνα της.
Ο Γέροντας πιο τολμηρός μου λέει: “π. Αρσένιε, αυτά τα μήλα θα τα φάμε. και θα τραβήξουμε κομποσχοίνι σ΄ αυτόν που τα αφιέρωσε. Για μας τ΄ άφησε, επειδή έχουμε ανάγκη”.
Μόλις όμως τα φάγαμε – και ήταν τόσο γλυκά, ώστε λέγαμε ότι είναι σαν παραδεισένια – τότε άνοιξε ο νους μας και κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον. “Tί καιρός είναι τώρα π. Αρσένιε ;” Ήταν περίπου τέλη Φεβρουαρίου. “Πού βρεθήκαν τέτοια εποχή τόσο φρέσκα μήλα ;” Αμέσως τότε πέσαμε με δάκρυα μπροστά στην εικόνα κι ευχαριστούσαμε, για το ουράνιο αυτό δώρο, την Παναγία μας, που μας εφρόντιζε σαν σπλαχνική μανούλα. Την εποχήν εκείνην ούτε ψυχεία υπήρχαν. Γι΄ αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι ήταν δώρο της Παναγίας μας».

ΙΩΣΗΦ Μ.Δ., Ο ΓΕΡΩΝ ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΟΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ (1886 – 1983), ΣΥΝΑΣΚΗΤΗΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ, 2008, σ.109 κ.ε.



Πνευματική Ρουτίνα: Ο μεγάλος κίνδυνος της εκκλησιαστικής ζωής.

Τά Σά, ἐκ τῶν Σῶν
Διάβασα κάποτε ότι: «Υπάρχουν άνθρωποι που μένουν ορφανοί από τη στιγμή της γέννησής τους. Πολύ φοβάμαι ότι το ίδιο ισχύει και στο πεδίο της πίστης: Γεννιόμαστε, βαπτιζόμαστε, αλλά ποτέ δεν καταφέρνουμε να γνωρίσουμε πραγματικά τον Ουράνιο Πατέρα μας, ενώ η θεία Λειτουργία μετατρέπεται σε ρουτίνα».
Το να μετατρέπουμε την θεία Λειτουργία και την πίστη μας, σε ρουτίνα, οφείλεται αποκλειστικά σ’ εμάς. Το τραγικό είναι το «κρυφτούλι» που παίζουμε με το Θεό.
Καταφεύγουμε σ’ αυτό για να μην βλέπουμε το χάλι μας, και την στραπατσαρισμένη εικόνα μας.
Με την πρώτη δυσκολία, με τον πρώτο πειρασμό στη ζωή μας, ξεκινάμε τα τάματα και τις κάλπικες υποσχέσεις, «Παναγία μου βοήθα το παιδί μου, και εγώ θα αλλάξω ζωή». Και έτσι μετατρέπουμε τη σχέση μας με το Θεό, υπαλληλική.
Και εάν κάποιος μας θυμίσει τον πειρασμό που περάσαμε, αρχίζουμε την προφασολογία και την μεταβίβαση των ενοχών παρά την αληθινή μετάνοια. Μας λένε για εκκλησιασμό και νηστεία, τους λέμε «είναι καλοκαίρι, δεν μπορώ, δεν κάνω εγώ αυτή τη νηστεία», λες και η νηστεία δεν είναι εντολή του Θεού.
Η αδυναμία μας να αλλάξουμε ζωή, μας οδηγεί στο να απορρίπτουμε τον ίδιο το Θεό γιατί δεν έχουμε καταλάβει την αγάπη του Δημιουργού μας.
Η μετάνοια και η συγχώρηση, η αγάπη και η ειλικρίνεια, η τήρηση των εντολών του Θεού, είναι αυτά που μας δίνουν την ελπίδα για ένα καλύτερο εαυτό. Πρέπει να προσπαθήσουμε να συναντήσουμε τον Χριστό μέσα στην καρδιά μας, μέσα απ’ την αγάπη μας προς τον συνάνθρωπό μας και τότε θα έρθουμε πρόσωπο με πρόσωπο μ’ αυτή την Παρουσία.
π. Γ.Κ
Πηγή: Μηνιαία Έκδοση Ι.Ν Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, «ο Τήρων», έτος 8ο, Αρ. τ. 11ο, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2015

Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

«Η πεταλούδα, ο Δάσκαλος και ο Μαθητής».

Και ήταν κάποτε που έφτασε μια μικρή ιστορία στα αυτιά μου. Ιστορία μικρή, εύκολη, κατανοητή αλλά με νόημα που σε βάζει σε σκέψεις, σε ερωτήματα, σε προβληματισμούς…
Και έλεγε αυτή η ιστορία πως: Μια μέρα ένας μαθητής αποφάσισε να προκαλέσει τον δάσκαλό του.
Έτσι σκέφτηκε να του στήσει μια παγίδα. Έπιασε μια πεταλούδα και την κράτησε στη χούφτα του. Όταν θα πήγαινε στο δάσκαλο θα τον ρώταγε τι είχε στο χέρι του. Κι αν ο δάσκαλος το έβρισκε, τότε θα τον ρωτούσε εάν η πεταλούδα ήταν ζωντανή ή νεκρή. Στην περίπτωση που απαντούσε ότι η πεταλούδα ήταν ζωντανή, τότε θα έσφιγγε το χέρι του και θα τη σκότωνε και το αντίστροφο.
Όταν είχαν μάθημα λοιπόν, πλησίασε τον δάσκαλο, μπροστά σε όλους τους υπόλοιπους μαθητές, έτεινε το χέρι προς το μέρος του και τον ρώτησε:
– «Δάσκαλε, τι έχω στο χέρι μου;»
– «Την ψυχή σου έχεις παιδί μου», απάντησε ατάραχος ο δάσκαλος.
Ο μαθητής προβληματίστηκε για λίγο σκεπτόμενος την απάντηση. Κατέληξε ότι ο δάσκαλος είχε δίκιο. Η πεταλούδα ήταν μια ψυχή που θα μπορούσε να είναι και δική του. Ωστόσο, συνέχισε:
-«Και είναι ζωντανή η ψυχή μου δάσκαλε ή όχι;»
Ο δάσκαλος τον κοίταξε με καλοσύνη στα μάτια και του είπε χαμογελαστά:
– «από το χέρι σου εξαρτάται».
Τώρα αυτήν την μικρή ιστορία την λέω και σε εσάς και σας λέω ακόμη πως τίποτα δεν μπορεί να επηρεάσει την ψυχή μας παρά μόνο εάν το επιτρέψουμε εμείς οι ίδιοι!!!!!
O Δάσκαλος της ιστοριούλας είναι ο ίδιος ο Θεός, το παιδί ένας από εμάς και η πεταλούδα η ψυχή μας. Πραγματικά ωφέλιμη ιστορία με πολύ βαθύ νόημα. Σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό σε βάζει σε σκέψεις, έστω και για λίγο. Αυτό το λίγο μπορεί να είναι αρκετό να πάρεις καινούριες αποφάσεις βασισμένες σε κάτι όχι επιφανειακό αλλά βασισμένες στο συμφέρον της ψυχής σου της ίδιας.
Δύσκολο ε; Στα λόγια όλοι είμαστε άνετοι και θαρραλέοι στις πράξεις είναι εκεί που τα βρίσκουμε σκούρα. Λίγο όμως αν προσπαθήσουμε θα δούμε μια εσωτερική αναγέννηση η οποία θα μας εκπλήξει θα μας κάνει άλλον άνθρωπο. Στο χέρι μας είναι που θέλουμε να φτάσουμε. Η κορυφή του βουνού είναι ψηλά και μακριά από εδώ. Ο δρόμος δύσβατος, απόκρημνος στενός χωράει μόνον δύο, εσένανε και τον Δάσκαλο που θα είναι εκεί έστω κι αν δεν τον βλέπεις για να σε στηρίζει όχι με τον τρόπο που εσύ περιμένεις αλλά με τον τρόπο που Αυτός γνωρίζει πως θα μπορέσεις να οδηγηθείς στην κορυφή.
Εσύ επιλέγεις, από το δικό σου χέρι εξαρτάται αν θα προχωρήσεις και θα αποτελέσεις ίσως ακόμη και παράδειγμα προς μίμηση η θα μείνεις στάσιμος αλλά ποτέ σου δεν θα νιώθεις γεμάτος, ποτέ σου δεν θα είσαι πραγματικά ευτυχισμένος και ξέρεις γιατί; Γιατί μόνον ο Θεός μπορεί να σε γεμίσει εσωτερικά.
Μόνον ο Θεός μπορεί να σε ολοκληρώσει ως άνθρωπο. Μόνον αυτόν αν έχεις ως συνοδοιπόρο έχεις τα πάντα, αν έχεις όλους τους άλλους εκτός από Αυτόν, τότε λυπάμαι αλλά να ξέρεις πως δεν έχεις τίποτα και θα βασανίζεσαι σε όλη σου την ζωή για να βρεις κάτι που σε γεμίζει. Όσα κι αν κάνεις, όσα κι αν αποκτήσεις αν δεν καταφέρεις να έχεις τον Θεόν-Πατέρα-Δάσκαλο στην καρδιά σου τότε μόλις αποκτάς κάτι καινούριο πάλι άδειος θα αισθάνεσαι. Μόνον όταν φτάσεις και καταφέρεις αυτό που ίσως και να σε δυσκολεύει μόνο και μόνο στο άκουσμα, να έχεις Θεό μέσα σου, θα νιώσεις αγαλλίαση, ηρεμία, θα νιώσεις ο πιο πλούσιος άνθρωπος πάνω στην γη, μόνον τότε θα νιώσεις ολοκληρωμένος σαν άνθρωπος. Θα γίνεις κι εσύ ένας μικρός Θεός, όπως ο Σπυρίδων ο Τριμυθούντος, όπως ο Λουκάς ο Συμφερουπόλεως, όπως η Παρασκευή η αθληφόρος.
Τους ξέρεις αυτούς; Τους έχεις ακούσει; Ναι τους ξέρεις. Τους έχεις ζητήσει και την μεσιτεία τους στον Θεό. Μπορείς να τους μοιάσεις και να τους ξεπεράσεις; Μπορείς να φτάσεις πιο κοντά από ότι έφτασαν αυτοί στον ίδιον τον Θεόν. Ναι μπορείς γιατί ο Θεός για εκεί σε προορίζει, για τόσο ψηλά σε έχει. Εσύ είσαι αυτός που δεν θες και δεν κυνηγάς αυτό που θα σε κάνει ολοκληρωμένο σαν άνθρωπο και θα είναι αυτό μέσα στο οποίο δεν θα σου λείπει τίποτα γιατί θα τα έχεις όλα, θα έχεις Θεό. Στο χέρι σου είναι…..
Στο εύχομαι !!!!!
Στο χέρι σου είναι μην το ξεχνάς. Ελπίζω να συναντηθούμε στην κορυφή…
του Σπύρου Συμεών


Πηγή: http://agios-dimitrios.blogspot.gr/

Όσιος Πορφύριος: «Στραφείτε στον Χριστό. Αγαπήστε Τον απλά, ταπεινά».

Ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης
Ο άνθρωπος του Χριστού όλα τα κάνει προσευχή. Και τη δυσκολία και τη θλίψη, τις κάνει προσευχή. Ό,τι και να του τύχει αμέσως αρχίζει: Κύριε Ιησού Χριστέ… Η προσευχή ωφελεί σε όλα, και στα πιο απλά.
Για παράδειγμα, πάσχεις από αϋπνία. να μη σκέπτεσαι τον ύπνο. Να σηκώνεσαι, να βγαίνεις έξω και να έρχεσαι πάλι μέσα στο δωμάτιο, να πέφτεις στο κρεβάτι σαν για πρώτη φορά, χωρίς να σκέπτεσαι αν θα κοιμηθείς ή όχι. Να συγκεντρώνεσαι, να λες τη δοξολογία και μετά τρεις φορές το Κύριε Ιησού Χριστέ κι έτσι θα έρχεται ο ύπνος.
Όλα είναι μέσα μας, και τα ένστικτα και τα πάντα, και ζητούν ικανοποίηση. Αν δεν τα ικανοποιήσομε, κάποτε θα εκδικηθούν, εκτός και τα διοχετεύσομε αλλού, στο ανώτερο, στον Θεό.
Αντί να στέκεσθε έξω από την πόρτα και να διώχνετε τον εχθρό, περιφρονήστε τον. Έρχεται από δω το κακό; Δοθείτε μα τρόπο απαλό από εκεί. Δηλαδή έρχεται να σας προσβάλει το κακό, δώστε εσείς την εσωτερική σας δύναμη στο καλό, στον Χριστό. Παρακαλέστε: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Ξέρει εκείνος πώς να σας ελεήσει, με τι τρόπο. Κι όταν γεμίζετε απ το καλό, δεν στρέφεσθε πια προς το κακό. Γίνεσθε μόνοι σας, με τη χάρη του Θεού, καλοί. Που να βρει τόπο τότε το κακό; Εξαφανίζεται!
Σας πιάνει φοβία κι απογοήτευση; Στραφείτε στον Χριστό. Αγαπήστε τον απλά, ταπεινά, χωρίς απαίτηση και θα σας απαλλάξει ο Ίδιος.
Να μη διαλέγετε αρνητικούς τρόπους για τη διόρθωσή σας. Δεν χρειάζεται ούτε τον διάβολο να φοβάσθε, ούτε την κόλαση, ούτε τίποτα. Δημιουργούν αντίδραση. Έχω κι εγώ μια μικρή πείρα σ αυτά. Ο σκοπός δεν είναι να κάθεσθε, να πλήττετε και να σφίγγεσθε, για να βελτιωθείτε. Ο σκοπός είναι να ζείτε, να μελετάτε, να προσεύχεσθε, να προχωράτε στην αγάπη, στην αγάπη του Χριστού, στην αγάπη της Εκκλησίας.
Τις αδυναμίες αφήστε τις όλες, για να μην παίρνει είδηση το αντίθετο πνεύμα (δηλ. ο διάβολος) και σας βουτάει και σας καθηλώνει και σας βάζει στη στενοχώρια. Να μην κάνετε καμιά προσπάθεια ν’ απαλλαγείτε από αυτές. Ν’ αγωνίζεσθε με απαλότητα και απλότητα, χωρίς σφίξιμο και άγχος. Μη λέτε: Τώρα θα σφιχτώ, θα κάνω προσευχή ν’ αποκτήσω αγάπη, να γίνω καλός κ.λπ. Δεν είναι καλό να σφίγγεσαι και να πλήττεις, για να γίνεις καλός. Έτσι θ’ αντιδράσετε χειρότερα. Όλα να γίνονται με απαλό τρόπο, αβίαστα και ελεύθερα. Ούτε να λέτε: Θεέ μου, απάλλαξέ με απ’ αυτό, παραδείγματος χάριν, τον θυμό, την λύπη. Δεν είναι καλό να προσευχόμαστε ή και να σκεπτόμαστε το συγκεκριμένο πάθος. κάτι γίνεται στην ψυχή μας και μπλεκόμαστε ακόμη περισσότερο. Ρίξου με ορμή, για να νικήσεις το πάθος και θα δεις τότε πως θα σ’ αγκαλιάσει, θα σε σφίξει και δεν θα μπορέσεις να κάνεις τίποτα.
Η ελευθερία δεν κερδίζεται, αν δεν ελευθερώσομε το εσωτερικό μας απο τα μπερδέματα και τα πάθη.
Γέροντος Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι


Πηγή:  www.arxon.gr

Ανύψωση στον Παράδεισο.

Ο όσιος Ανδρέας, ο διά Χριστόν σαλός
Ο άγιος Απόστολος Παύλος δεν ήταν ο μόνος που «ηρπάγη εις τον Παράδεισον και ήκουσε άρρητα ρήματα»(Β’ Κορινθ. 12,4). Περισσότερα από 850 χρόνια μετά από τον θείο Παύλο, το ίδιο συνέβη και στον όσιο Ανδρέα, τον διά Χριστόν σαλό. Μια χειμωνιάτικη, νύχτα ο όσιος είχε κουρνιάσει ανάμεσα στα σκυλιά πάνω σ’ ένα σωρό κοπριάς για να ζεστάνει το παγωμένο σώμα του· τότε, άγγελος του Θεού παρουσιάστηκε και τον ανύψωσε ως τον Παράδεισο (είτε εν σώματι είτε έκτος του σώματος, ο όσιος Ανδρέας δεν μπορούσε να το διακρίνει), και τον κράτησε στον ουράνιο κόσμο επί δύο εβδομάδες, οδηγώντας τον στο τέλος έως τρί­του ουρανού. «Είδα τον εαυτό μου ενδεδυμένο με τα πλέον απαστράπτοντα ενδύματα – σαν υφασμένα με αστραπές – και στο κεφάλι μου είχα ανθοστόλιστο στεφάνι και στη, μέση μου ζώνη βασιλική.
Ευφράνθηκε σφόδρα η καρδιά και η διάνοιά μου με αυτή την ομορφιά και κατεπλάγην στη θέα του άρρητου κάλλους του Παραδείσου του Θεού, μέσα στον οποίο περιδιάβαινα αγαλλόμενος!».
Ο Ανδρέας έγραψε ακόμη ότι αντίκρισε τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό: «όταν ένα πύρινο χέρι τράβηξε το παραπέ­τασμα τότε, όπως άλλοτε ο προφήτης Ησαΐας, είδα τον Κύριό μου καθήμενο σε θρόνο υψηλό, υπερυψωμένο, με τα Σεραφείμ να παρίστανται ολόγυρά του. Ήταν ντυμένος με πορφυρό ένδυμα. Το Πρόσωπό Του ακτινοβολούσε υπέρλαμπρο φως και τα μάτια Του με κοίταξαν με απέραντη στοργή. Βλέποντάς Τον, έβαλα μετάνοια και προσκύνησα τον φοβερό και ολόφωτο θρόνο της δόξας Του. Πόση ευφροσύνη με πλημμύρισε η θέα του Προσώ­που του, αδυνατώ να το εκφράσω με λόγια· αλλά και τούτη τη στιγμή, που ανακαλώ στη μνήμη μου αυτή την οπτασία, χαρά ανεκλάλητη με πλημμυρίζει …άκουσα τον Πολυεύσπλαχνο Δημιουργό μου, όταν με τα γλυκύτατα και πανάχραντα χείλη Του πρόφερε προς εμένα τρεις λέξεις που τόσο γλύκαναν την καρδιά μου και την έθαλψαν με αγάπη για Εκείνον, ώστε έλιωνα σαν ζεστό κερί από την πνευματική θέρμη…».
Όταν κατόπιν ο όσιος Ανδρέας πόθησε να δει και την Υπεραγία Θεοτόκο, πληροφορήθηκε ότι εκείνη δεν βρισκό­ταν στον ουρανό εκείνη τη στιγμή, αλλά είχε κατέβει στη γη, για να συντρέξει τους φτωχούς και να παρηγορήσει όσους βρίσκονταν σε ανάγκη.

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο Πρόλογος της Αχρίδος, Οκτώβριος, εκδ. Άθως, σ. 48-50)


Για Μαθηματικά κι όχι μόνο...