Ἡ Ζωή εἶναι Μικρή, ἡ Στιγμή Τεράστια (συγκλονιστικό βίντεο).

Θυμήσου τούς ἀνθρώπους που ἀγαπᾶς, μήν ἀναβάλλεις τήν χαρά, ζῆσε τή ζωή στό βάθος, γιατί ἡ ζωή εἶναι μικρή, ἐνώ ἡ στιγμή τεράστια…
Μιά διαφήμιση γιά τά Χριστούγεννα που θά χαραχθεί στή μνήμη σας…


Πηγή: http://istologio.org/

Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ – ΒΙΟΣ.

Οὐχ ὥσπερ Εὔα καὶ σὺ τίκτεις ἐν λύπαις.
Χαρὰν γὰρ Ἄννα ἔνδον κοιλίας φέρεις.
Τῇ δ' ἐνάτῃ Μαρίην Θεομήτορα σύλλαβεν Ἄννα.
Βίος
Για τη μητέρα της Θεοτόκου Άννα, δεν αναφέρουν τίποτα σχετικό τα Ευαγγέλια, ούτε τα υπόλοιπα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Σύμφωνα όμως με την παράδοση της Εκκλησίας, ο Ιερέας Ματθάν, κάτοικος της Βηθλεέμ, απέκτησε τρεις θυγατέρες: τη Μαρία, τη Σοβή και την Άννα.
Η Μαρία, αφού παντρεύτηκε στη Βηθλεέμ, γέννησε εκεί την Ελισάβετ, τη μητέρα του Ιωάννη του Βαπτιστή.
Η Άννα παντρεύτηκε τον Ιωακείμ από τη Γαλιλαίο. Μετά από πολλά χρόνια ατεκνίας, απέκτησε κόρη, την Παρθένο Μαρία.
Η παράδοση αναφέρει ότι οι γονείς της την αφιέρωσαν στην υπηρεσία του Ναού της Ιερουσαλήμ, σε ηλικία τριών ετών. Αυτοί δε μετά από λίγα χρόνια πέθαναν.
Την Αγία Άννα τιμούσαν από τα αρχαία χρόνια. Το συμπεραίνουμε αυτό από διάφορους Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά και από αρχαίους εκκλησιαστικούς ύμνους, που υπάρχουν προς τιμήν της μητέρας της Θεοτόκου. Επίσης, το έτος 550 μ.Χ., ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός, αφιέρωσε ναό στην Κωνσταντινούπολη προς τιμήν της Αγίας Άννας.

Πηγή: http://www.saint.gr/

Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου. Δεύτερη περιοδεία στα Πομακοχώρια.

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης
Τον Μάιο του 1989 ο Πατήρ Παΐσιος έκανε μία δεύτερη -μεγαλύτερη αυτήν την φορά- περιοδεία στα Πομακοχώρια της Θράκης. Τον πήγε με το αυτοκίνητό του ένας γνωστός του νέος και, όταν έφθασαν εκεί, πήραν μαζί τους και δύο Πομάκους που είχαν γίνει Χριστιανοί και επισκεπτόταν συχνά τον Γέροντα.
Ζήτησαν την ευλογία του Μητροπολίτου, και έπειτα ξεκίνησαν την περιοδεία. Η καλωσύνη του Πατρός Παϊσίου «μίλησε» στις καρδιές των απλών αυτών ανθρώπων. Και, επειδή είχαν ακούσει ότι ο νονός του ήταν Άγιος και ότι στην πατρίδα του, τα Φάρασα, έκανε πολλά θαύματα και στους Μουσουλμάνους, όλοι ήθελαν να τον δουν και τον καλούσαν στα σπίτια τους. Όσοι μάλιστα ήταν από άλλα χωριά, τον παρακαλούσαν να επισκεφθεί και το δικό τους. Σε κάθε σπίτι που πήγαινε μαζεύονταν και όλοι οι γείτονες -αλλού τριάντα, αλλού πενήντα Μουσουλμάνοι-, για να ακούσουν κάτι από το στόμα του. Τους έλεγε περίπου τα εξής: «Ο Θεός μας αγαπά όλους. Και εσείς είστε παιδιά του Θεού. Ένας Μουσουλμάνος που θα γίνει Χριστιανός μπορεί να σωθεί  πιο εύκολα από έναν που ήταν Χριστιανός από μικρός, γιατί ο Μουσουλμάνος δεν ξέρει τίποτε και έρχεται στην Ορθοδοξία και τα μαθαίνει όλα από την αρχή, και γίνεται καλύτερος. Εσείς, εάν ομολογήσετε τον Χριστό, θα είστε σε καλύτερη θέση από εμάς, γιατί εμείς τα ξέρουμε όλα και δυστυχώς δεν τα εφαρμόζουμε». Καθώς περπατούσε στα δρομάκια των χωριών, ο κόσμος μαζευόταν γύρω του, κι εκείνος τους κοίταζε με βλέμμα σπλαχνικό, μοίραζε καραμέλλες στα παιδάκια και συζητούσε με όλους.
Μία Μουσουλμάνα, που είχε αποφασίσει να βαπτισθεί Χριστιανή, τον πλησίασε και τον ρώτησε:
― Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Τι να λέω στην προσευχή μου;
― Τι ξέρεις να λες; την ρώτησε.
― Ξέρω να λέω «Κύριε ελέησον», απάντησε η γυναίκα.
―Αυτό να λες συνέχεια, την συμβούλεψε ο Όσιος.
Πήγαν και στο σπίτι μιας δαιμονισμένης Μουσουλμάνας που, μόλις είδε τον Γέροντα, τον πλησίασε και με ύφος υπεροπτικό του είπε:
― Έχω δαιμόνια εγώ.
― Καλά, καλά, της είπε ο Όσιος και μπήκε μαζί της στο σπίτι, παίρνοντας και έναν από τους Πομάκους συνοδούς του.
― Θέλεις να γίνεις καλά; την ρώτησε.
― Ναι, απάντησε η γυναίκα.
Έβγαλε τότε τον ξύλινο Σταυρό του και, ψιθυρίζοντας την ευχή, πήγε να τον ακουμπήσει στο μέτωπό της. Εκείνη τινάχθηκε απότομα και έσπρωξε τον Όσιο με δύναμη. «Το ταγκαλάκι είναι πολύ δυνατό, είπε εκείνος στον Πομάκο, πρέπει να την συγκρατήσουμε». Κατάφεραν να την ακινητοποιήσουν, και ο Όσιος την σταύρωσε δύο φορές στο μέτωπο. Τότε η γυναίκα έπεσε κάτω και άρχισε να φωνάζει: «Φύγετε, δεν σας θέλω!». Από το στόμα της έβγαιναν αφροί και αφόρητη δυσωδία. Ο Πομάκος φοβήθηκε, αλλά ο Όσιος τον καθησύχασε: «Βγαίνει, μη φοβάσαι. Πες της να τον διώξει». Μόλις εκείνη είπε: «Φύγε, σατανά!», ο Όσιος ακούμπησε για Τρίτη φορά τον Σταυρό στο μέτωπό της. Τότε είδαν ένα δαιμόνιο να φεύγει σαν μαύρος σκύλος και να αφήνει την γυναίκα λιπόθυμη. Μόλις συνήλθε, τους είπε: «Δεν έχω μέσα μου το βάρος που είχα, αλλά καίγομαι. Μια φωτιά βγήκε από μέσα μου και με έκαψε».
Έπειτα η γυναίκα στράφηκε στον Πομάκο και τον ρώτησε στην γλώσσα της: «Πόσα χρήματα θα πληρώσω στον παπά; Πήγαινα σε μάγους και χοτζάδες, και μου έπαιρναν πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές. Τώρα πόσα θα δώσω; Εκατόν πενήντα χιλιάδες έχω. Φθάνουν;». Ο Πατήρ Παΐσιος κατάλαβε τι έλεγε και είπε:
― Πες της να δώσει μία ευχή στον καλόγερο, να τον δεχθεί ο Θεός σε μία ακρούλα στον Παράδεισο.
― Δεν θέλει χρήματα, είπε ο Πομάκος στην γυναίκα. Μόνον να του πεις να έχει καλόν Παράδεισο.
Όταν βγήκαν στην αυλή, όλοι έμειναν έκπληκτοι βλέποντας την γυναίκα τόσο αλλαγμένη. Το πρόσωπό της δεν ήταν πλέον αγριεμένο αλλά ήρεμο. Κοίταζε τον Πατέρα Παΐσιο με ευγνωμοσύνη και τον ρωτούσε:
― Τι να κάνω τώρα; Τι να κάνω;
― Να διαβάζεις το Ευαγγέλιο, της είπε, και να μην κοιτάζεις φλιτζάνια, ούτε να λες τη μοίρα. Να προσπαθείς να δουλεύεις όσο περισσότερο μπορείς. Με την εργασία θα ξεκόψεις από αυτά. Άμα δεν δουλεύεις και αρχίσεις πάλι τα ίδια, θα το ξαναπάθεις.
Στους συνοδούς του όμως ο Όσιος είπε: «Αν δεν βάλει τον Σταυρό επάνω της (δηλαδή αν δεν βαπτισθεί), δεν πρόκειται να γίνει καλά».

Εκ του βιβλίου
Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ
Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"

Οι γάτες του Γέροντα Παϊσίου.

Ο Όσιος Παΐσιος
Διηγείτο η αδελφή του Γέροντα Χριστίνα:
Ήρθα μία φορά στο Στόμιο να δω τον Γέροντα και του έφερα και δύο γάτες, γιατί είχε πολλά ποντίκια, σκέτη μάστιγα.
"Την επόμενη φορά που επισκέφτηκα την Μονή, βλέπω μπαίνοντας στην κουζίνα ένα σκεύος και να τρώνε μαζί γάτες και ποντίκια.
Λέω, "Γέροντα, εγώ σου έφερα τις γάτες να φάνε τα ποντίκια και συ τα ταΐζεις όλα μαζί;".
Μου λέει, "Άστα ευλογημένη, κρίμα και αυτά, όλοι τα κυνηγάνε και τα σκοτώνουν, πλάσματα του Θεού είναι κι αυτά!".

Ο Όσιος Παΐσιος (Μαρτυρίες - περιστατικά - διδαχές)
Ενωμένη Ρωμιοσύνη, σελ. 202


Ναοί ανοιχτοί, καρδιές ανοιχτές...

Ο Άγιος Νικόλαος

Του Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου από την εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

- Άη Νικόλα μου, χανόμαστε! Έρχονται! Το νησί σου αλώνεται. Καραβιές φτάνουν απ΄ απέναντι.
- Ποιοι έρχονται, Κοσμά μου; Τόσα χρόνια Επίτροπος εδώ στην εκκλησιά μου και δεν σε ξανάδα έτσι ταραγμένο.
- Αυτοί, αυτοί, από απέναντι.
- Έ, και πώς κάνεις έτσι; Μαζί τους ήμουν και δεν είδα, παρά μόνο θαλασσοπνιγμένους με κουρελιασμένες βάρκες.
- Γι’ αυτούς μιλάω Άη Νικόλα μου. Γι΄ αυτούς.
- Κι από αυτούς θα χαθείτε ευλογημένε; Από παιδιά, γέρους κι ετοιμόγεννες;
- Δε φοβάμαι αυτούς Άγιέ μου. Αντίθετα, τους συμπονάω. Αυτά που φέρνουν μαζί τους φοβάμαι.
- Και τι φέρνουν;
- Τη φτώχια τους. Την απελπισία τους. Δε χωράνε πια. Πού θα κουρνιάσουν; Τί θα φάνε; Θα μας πνίξουν. Δε φταίνε αυτοί… αλλά θα μας πνίξουν.
- Αχ! Κοσμά μου, δε βλέπεις; Έφτασε η ώρα.
- Ποια ώρα Άη Νικόλα μου;
- Η ώρα να διαλέξεις κι εσύ κι οι συμπατριώτες σου, που μ΄ αγαπάτε και με τιμάτε, την πίστη της πράξης από την πίστη της θεωρίας και των ωραίων λόγων.
- Και τί να κάνουμε Άγιέ μου; Σε λίγο θά ΄μαστε στον τόπο μας οι λιγότεροι. Πού θα πάει αυτή η συμφορά;
- Πάλι με μπερδεύεις Κοσμά μου. Εγώ σου λέω πως τα πράγματα είναι απλά. Σε λίγη ώρα, εδώ πιο κάτω από το μοναστήρι μου, στην ακτή, μέσα σε μια βάρκα τρύπια, μουσκεμένος, άστεγος, πεινασμένος και μισοπεθαμένος φτάνει ο Χριστός.
- Ο Χριστός;
- Αμ τι νόμιζες; Πως θά ΄μενε το Ευαγγέλιο για πάντα ένα ωραίο ανάγνωσμα από τον άμβωνα; Έφτασε η ώρα και της δικής σου γενιάς να καταλάβει τί σημαίνει πως ο Θεός έγινε άνθρωπος. Όχι στα λόγια, όχι στο κήρυγμα, αλλά στην αληθινή ζωή. Χριστό δεν γυρεύεις μια ζωή; Έφτασε! Πήγαινε βρες Τον εκεί κάτω στην ακτή, που το κύμα πετάει στα βράχια παιδικά κορμάκια.
- Κι αν είναι σχέδιο Αη Νικόλα μου; Κι αν έχουν συνωμοτήσει να μας εξαφανίσουν; Κι αν μας τους στέλνουν γι’ αυτό;
- Σα να μου φαίνεται πως πιο πολύ πιστεύεις στη δύναμη του κόσμου, απ΄ όσο του Θεού.
- Θεός φυλάξοι!
- Κι όμως! Νομίζεις πως έλειψαν ποτέ τα σχέδια και οι συνωμοσίες; Όπως πάντα, έτσι και τώρα. Μην ταράζεσαι. Κράτα στην καρδιά σου προσηλωμένη στον πόνο του κόσμου και έχεις γίνει κομμάτι της πιο δυνατής συνωμοσίας της Ιστορίας: Της συνωμοσίας της αγάπης. Αυτής που δεν θα νικηθεί ποτέ.
- Και πώς θα σταματήσει αυτό; Πότε η αγάπη θα νικήσει;
- Άκουσε, το κακό υπάρχει σαν αφορμή για να γεννιούνται αγωνιστές. Αγωνιστές αγάπης. Αγωνιστές αγιότητας. Αγωνιστές ενός καλύτερου κόσμου. Σήμερα, εκεί, στην ακτή. Με ό, τι έχεις. Με ό, τι μπορείς. Και από αύριο, με λόγο, με δράση, με προσευχή, ό, τι μπορείς, όπως μπορείς, με όσους βρεις, έστω κι αν δεν συμφωνείτε σε όλα, να σταματήσετε το κακό, άνθρωποι, εικόνες Θεού, να γίνονται τροφή στην απληστία ανθρώπων απανθρώπων. Με λόγο, με δράση και παράδειγμα να φτιάχνονται άνθρωποι που θα μισούν την αδικία και θα γκρεμίζουν τα τείχη του εγωισμού και της καλοπέρασής τους. Μόνον έτσι θα σταματήσει αυτό το κακό κι όλα τ΄ ανάποδα του κόσμου.
- Όλο και ζυγώνουν! Πού θα μείνουν;
- Εδώ!
- Πού εδώ; Μέσα στον ναό σου;
- Στο ναό μου. Για όσο χρειαστεί.
- Μα είναι αλλόθρησκοι. Πώς θα μπουν εδώ;
- Αν είναι αλλόθρησκοι αυτοί, τότε κι ο Χριστός που θαλασσοπνίγεται μαζί τους, αλλόθρησκος θά ΄ναι.
- Θεός φυλάξοι, Αη Νικόλα μου!
- Μη φοβάσαι! Τον κάθε τόπο τον κάνει ιερό η αγάπη. Ούτε εγώ, ούτε οι άγιοι στα εικονοστάσια κινδυνεύουμε. Άλλος είναι ο κίνδυνος.
- Ποιος;
- Να μάθουν οι καρδιές να μετράνε τους ανθρώπους σαν αντικείμενα, σαν άψυχα, σα στατιστικές. Γι΄ αυτό σου λέω, άνοιξε τον ναό. Εδώ μέσα θα ζεσταθεί το κορμί τους. Κι όταν ζεσταθεί αυτό, μπορεί και να ρωτήσουν, ποιος είναι Αυτός που ζέστανε και την καρδιά αυτών που τους υποδέχτηκαν. Κάποτε, μπορεί να Τον αναζητήσουν κι εκείνοι.
- Αη Νικόλα μου, στον Βορρά χτίζουν φράχτες να τους κρατήσουν μακριά. Μήπως αυτοί ξέρουν καλύτερα;
- Δεν κάνουν τίποτε τα τείχη, γιατί ο εχθρός είναι ήδη μέσα. Μέσα στις χώρες τους και μέσα στις καρδιές τους. Μη φοβάσαι. Ο τόπος σου έζησε γιατί ύψωνε πάντα τείχη στη βαρβαρότητα, όχι στη δυστυχία. Άνοιξε, λοιπόν, Κοσμά μου την Εκκλησία και μη φοβάσαι. Όσο η αγάπη ξεκλειδώνει τις πόρτες των σπιτιών και των καρδιών, ο τόπος αυτός δε θα χαθεί. Κι ασ΄ τους να λένε. Εγώ σ΄ αφήνω. Έχω να πάω μαζί με τις βάρκες σας, που ψάχνουν ναυαγούς. Εσύ με βλέπεις στις εικόνες, εγώ όμως, είμαι εκεί. Κάθε νύχτα είμαι εκεί και μαζεύω ανθρώπους. Δε ρωτάω καταγωγή, δε ρωτάω θρησκεία. Ανθρώπους, μόνον ανθρώπους.
…………………………………………………………………………………………
- Κοσμά! Κοσμά! Ξύπνα! Ο παπάς σου παραγγέλνει ν΄ ανοίξεις την Εκκλησία. Χώρος αλλού δεν υπάρχει. Σήκω! Όπου να ΄ναι φτάνουν από απέναντι. Εκεί μέσα θα τους κοιμίσουμε και βλέπουμε. Βιάσου!
Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον ἀνέδειξέ σὲ τῇ ποίμνῃ σου ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ ἱεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Πηγή:   εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Για Μαθηματικά κι όχι μόνο...