Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

Γέροντας Εφραίμ

Με την Ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου εκδηλώνονται ευχαριστίες και εγκώμια στο πρόσωπο της Παναγίας. Αποτελείται, κατά βάση, από τον Ακάθιστο Ύμνο και τον Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου, πλαισιωμένα με ψαλμούς, απολυτίκια και ευχές. Και τα δύο χαρακτηρίζονται ως αριστουργήματα της Βυζαντινής υμνολογίας , που εξαίρουν το έργο και το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου , με θεολογικό βάθος, κομψότητα λόγου, μουσικό κάλλος, αγιοπνευματική έμπνευση.

(Δημιουργοί)
Ο Κανόνας του Ακάθιστου είναι έργο των Ιωάννου Δαμασκηνού (οι ειρμοί) και Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου (τα τροπάρια) . Πηγές του Ύμνου είναι η Αγία Γραφή και οι Πατέρες της Εκκλησίας ενώ ο συνθέτης, ο χρόνος και η αιτία της σύνθεσης του Ύμνου, παραμένουν ακόμα ανεξακρίβωτα από τους μελετητές. Ένα είναι το αδιαμφισβήτητο στοιχείο, που μας δίνουν οι σχετικές πηγές , ότι ο ύμνος εψάλλετο ως ευχαριστήριος ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους.

(Περιεχόμενο)
Ο «Κανόνας» (τα Τροπάρια των Χαιρετισμών), με εννέα ωδές , οι ειρμοί των οποίων είναι:
α) Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται πνεύματος,
γ΄) Τούς σούς υμνολόγους Θεοτόκε,
δ’) Ό καθήμενος εν δόξη επί θρόνου θεότητος,
ε΄) Εξέστη τά σύμπαντα, επί τή θεία δόξη σου,
στ΄) Την θείαν ταύτην καί πάντιμον,
ζ΄) Ουκ ελάτρευσαν, τή κτίσει οι θεόφρονες,
η΄) Παίδας ευαγείς εν τή καμίνω,
θ΄) Άπας γηγενής, σκιρτάτω τώ πνεύματι,
Ο «Ακάθιστος Ύμνος»: περιλαμβάνει το Απολυτίκιο «Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει,» , το Κοντάκιο «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια,» , τους 24 Οίκους (στροφές) σε αλφαβητική ακροστιχίδα (Α – Ω) και δύο Εφύμνια (η τελευταία φράση του ύμνου που επαναλαμβάνει ο λαός) το «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε» και το «Αλληλούια».
(Δομή)
Οι περιττοί Οίκοι (αυτοί που αρχίζουν από τα στοιχεία Α, Γ, Ε, Η, κλπ.) αποτελούνται από 18 στίχους , οι 5 πρώτοι στίχοι περιέχουν την διήγηση , οι επόμενοι 12 στίχοι αποτελούν τους Χαιρετισμούς στη Θεοτόκο και ο 18ος είναι το εφύμνιο « Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε» . Οι άρτιοι Οίκοι (που αρχίζουν από τα στοιχεία Β, Δ, Ζ, Θ, κλπ.) έχουν 5 στίχους ως διήγηση και το εφύμνιο «Αλληλούϊα» .
Τους χαιρετισμούς αυτούς τους απευθύνουν: ο Αρχάγγελος Γαβριήλ (Α, Γ), ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ως έμβρυο ακόμα (Ε), οι ποιμένες (Η), οι Μάγοι (Ι), οι πιστοί που ερύσθησαν από τα είδωλα (Λ), οι πιστοί γενικά (Ν, Ο, Ρ, Τ, Φ, Ψ).
Ο Ύμνος διακρίνεται σε δύο ενότητες χωρίς όμως να λείπουν από κάθε ενότητα και στοιχεία της άλλης :
Α) Α-Μ, που αποτελεί το ιστορικό τμήμα
Ο πρωτοστάτης άγγελος, ο Γαβριήλ, έρχεται και φέρνει το θεϊκό μήνυμα, το «χαῖρε», στην Θεοτόκο (Α)
Εκείνη απορεί για τον παράδοξο τρόπο της συλλήψεως (Β)·
Ο Γαβριήλ της εξηγεί την απόρρητο βουλή του Θεού (Γ)
Και η δύναμις του Υψίστου επισκιάζει την απειρόγαμο Παρθένο και συλλαμβάνει τον Υιό του Θεού (Δ).
Η Θεοτόκος επισκέπτεται την συγγενή της Ελισάβετ, την μέλλουσα μητέρα του Προδρόμου, και ανταλλάσσουν προφητικούς λόγους (Ε).
Ο Ιωσήφ, ο μνηστήρ της Παρθένου, ταράσσεται από την ζάλη των αμφιβόλων λογισμών, αλλά πληροφορείται από τον άγγελο το μυστήριο της συλλήψεως (Ζ).
Ο Χριστός γεννάται και οι ποιμένες προσκυνούν τον αμνό του Θεού (Η).
Ο θεοδρόμος αστέρας δείχνει τον δρόμο στους μάγους της Ανατολής (Θ), αυτοί τον προσκυνούν (Ι)
Και δι᾿ άλλης οδού αναχωρούν για την Βαβυλώνα, οι θεοφόροι κήρυκες (Κ).
Στην Αίγυπτο ο φυγάς Κύριος συντρίβει τα είδωλα και με τον φωτισμό της αληθείας διώχνει το σκότος του ψεύδους (Λ).
Και ο Συμεών δέχεται στην αγκάλη του ως βρέφος τεσσαρακονθήμερο τον τέλειο Θεό καί λαμβάνει την ποθητή απόλυσι (Μ)
Β) Ν-Ω, που αποτελεί το δογματικό-θεολογικό τμήμα
Η νέα κτίσις, που δημιουργεί ο Λόγος του Θεού με την σάρκωση Του, δοξολογεί τον δημιουργό (Ν).
Ο παράξενος -«ὁ ξένος» – τόκος προτρέπει τους ανθρώπους να ξενωθούν από τον κόσμο και να μεταθέσουν τον νού των στον ουρανό (Ξ).
Όλος ήταν στην γη ο δοξολογούμενος Λόγος, αλλά και από τον ουρανό δεν απουσίαζε (Ο).
Οι άγγελοι θαύμασαν το έργο της ενανθρωπήσεως και την κοινωνία του Θεού και των ανθρώπων (Π).
Οι σοφοί και ρήτορες του κόσμου έμειναν άφωνοι, μη μπορώντας νά εξηγήσουν το μυστήριο του παρθενικού τόκου (Ρ).
Ο Ποιμήν -Θεός γίνεται πρόβατο –άνθρωπος θέλοντας να σώσει τον κόσμο (Σ).
Η Παρθένος γίνεται φυλακτήριο τείχος των παρθένων και όλων των πιστών (Τ).
Κανείς ύμνος δεν μπορεί να πληρώσει τον φόρο του χρέους στον Σαρκωθέντα Βασιλέα (Υ).
Η Θεοτόκος είναι η φωτοδόχος λαμπάδα, που μας καθοδηγει στην γνώση του Θεού (Φ).
Ο Χριστός ήρθε στο κόσμο για να του δώσει χάρη και συγχώρηση (Χ).
Η δοξολογία προς τον Υιό συνδέεται και προς την ανύμνηση του έμψύχου ναού Του, της Θεοτόκου (Ψ).
Ο Ύμνος κλείνει με μία θαυμαστή αποστροφή προς την Παρθένο: «Ὦ πανύμνητε μῆτερ ἡ τεκοῦσα τόν πάντων ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον,..»
Γιατί όμως ψάλλεται την Μεγάλη Τεσσαρακοστή;
 Ο Ακάθιστος Ύμνος δεν συνδέεται άμεσα με την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής , αλλά με την εορτή του Ευαγγελισμού, που εμπίπτει όμως πάντοτε μέσα στη κατανυκτική αυτή περίοδο.
Είναι η μόνη μεγάλη εορτή, που λόγο του πένθιμου χαρακτήρος της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων καί μεθεόρτων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψη η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικώς κατά τα Απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε’ εβδομάδος. Το βράδυ της Παρασκευης ανήκει λειτουργικώς στο Σάββατο, ημέρα που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες ημέρες της εβδομάδος των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο εορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μεταφέρονται οι εορτές της εβδομάδος.
Άλλωστε αυτή την Ακολουθία την τελούμε και άλλες περιόδους του έτους (στα μοναστήρια κάθε βράδυ μαζί με το Μικρό Απόδειπνο διαβάζουν και τους Χαιρετισμούς της Παναγίας μας). Αντίθετα όλες τις άλλες Ιερές ακολουθίες (Προηγιασμένη, Μ. Απόδειπνο, Μ. Κανών) τις συναντούμε μόνο την περίοδο της Σαρακοστής.

Πηγές :
1. (Από το βιβλίο του Ἰ.Μ. Φουντούλη: ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ, εκδ. Α. Δ).
http://www.imkby.gr/greek/sarakosti/akol/xeretismoi/xeret2.htm
2. Οικουμενικόν Πατριαρχείον – Χαιρετισμοί
http://www.ec-patr.net/xairetismoi.htm
Επιμέλεια για τις Ορθόδοξες Απαντήσεις : Ειρήνη Σωκράτη-  Μάρτιος 2008

Ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος για τις ισορροπίες ανάμεσα στον άνδρα και την γυναίκα



Μία φορά ἦρθε στό Καλύβι κάποιος καί μοῦ εἶπε ὅτι εἶχε προβλήματα μέ τήν γυναίκα του. Πήγαιναν γιά χωρισμό. Δέν ἤθελε νά δή ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Ἤσαν καί οἱ δύο δάσκαλοι, εἶχαν καί δύο παιδάκια. Δέν ἔτρωγαν ποτέ στό σπίτι. Σέ ἄλλο ἑστιατόριο ἔτρωγε ὅ ἕνας μετά τό Σχολεῖο, σέ ἄλλο ὅ ἄλλος, καί ἀγόραζαν καί κάτι σάντουιτς, γιά νά φᾶνε τά παιδιά. Τά καημένα, ὅταν οἱ γονεῖς γύριζαν στό σπίτι, πήγαιναν καί ἔψαχναν στίς τσέπες καί στίς τσάντες τους, γιά νά δοῦν τί τούς ἔφεραν ἀπ' ἔξω νά φᾶνε. Περνοῦσαν μεγάλο δράμα! Αὐτός ἔκανε καί τόν ψάλτη. Σέ ἄλλη ἐκκλησία πήγαινε ἤ γυναίκα του, σέ ἄλλη ἔψαλλε αὐτός. Τόσο πολύ! «τί νά κάνω, πάτερ, μοῦ λέει, σηκώνω μεγάλο σταυρό, πολύ μεγάλο. Κάθε μέρα ἔχουμε φασαρίες στό σπίτι». «Πῆγες στόν Πνευματικό;», τόν ρωτάω. «Ναί, πῆγα, μοῦ λέει, καί μοῦ εἶπε: Ὑπομονή νά κάνης σηκώνεις μεγάλο σταυρό». «Γιά νά δῶ, τοῦ λέω, ποιός σηκώνει μεγάλο σταυρό. Νά πάρουμε τά πράγματα ἀπό τήν ἀρχή. Ὅταν παντρευτήκατε, μαλώνατε ἔτσι;».
«Ὄχι, μοῦ λέει. Ὀκτώ χρόνια ἤμασταν πολύ ἀγαπημένοι. Λάτρευα τήν γυναίκα μου περισσότερο ἀπό τόν Θεό! Μετά ἐκείνη ἄλλαξε. Ἔγινε γκρινιάρα, ἰδιότροπη...». Ἀκοῦς; Τήν λάτρευε περισσότερο ἀπό τόν Θεό! «Ἔλα ἐδῶ, τοῦ λέω. Λάτρευες τήν γυναίκα σου περισσότερο ἀπό τόν Θεό! Ἤ γυναίκα σου φταίει τώρα ἤ ἐσύ, ποῦ φθάσατε σ' αὐτήν τήν κατάσταση; Ἐξ αἰτίας σου πῆρε τήν Χάρη Του ο Θεός ἀπό τήν γυναίκα σου. Καί τί σκέφτεσαι νά κάμεις τώρα;», τόν ρωτάω. «Μᾶλλον νά χωρίσουμε», μοῦ λέει. «Μήπως ἔμπλεξες καί μέ καμιά ἄλλη;». «Ναί, ἔχω ὕπ' ὄψιν μου κάποια», μοῦ λέει. «Βρέ, δέν καταλαβαίνεις ὅτι ἐσύ εἶσαι ὅ φταίχτης; Νά ζήτησης πρῶτα συγχώρεση ἀπό τόν Θεό, γιατί λάτρευες τήν γυναίκα σου περισσότερο ἀπό Ἐκεῖνον. Μετά νά πᾶς νά ζήτησης συγχώρεση ἀπό τήν γυναίκα σου. Νά μέ συγχώρεσης, νά τῆς πεῖς, ἐγώ ἔγινα αἰτία νά δημιουργηθεῖ αὔτη ἤ κατάσταση στό σπίτι καί νά ταλαιπωροῦνται καί τά παιδιά. Ἔπειτα νά πᾶς νά ἐξομολογηθεῖς καί νά λατρεύεις τόν Θεό σάν Θεό καί νά ἀγαπᾶς τήν γυναίκα σου σάν γυναίκα σου, καί θά δεῖς, τά πράγματα θά πᾶνε καλά». Τόν τράνταξα. Ἄρχισε νά κλαίει. Μοῦ ὑποσχέθηκε πῶς θά μέ ἀκούσει. Ἦρθε μετά ἀπό λίγο καιρό χαρούμενος. «Σ' εὐχαριστῶ, πάτερ, μᾶς ἔσωσες, μοῦ λέει. Εἴμαστε μία χαρά, κι ἐμεῖς καί τά παιδιά μας». Βλέπεις; Νά εἶναι αὐτός ο φταίχτης καί νά νομίζει κιόλας ὅτι σηκώνει πολύ μεγάλο σταυρό! Ὑπάρχουν καί περιπτώσεις πού μπορεῖ νά ἔχει καί ὅ ἕνας καί ὅ ἄλλος δίκαιο. Κάποτε ἔλεγα σέ μία συντροφιά πόσο ἁγνός ἦταν ὅ Μακρυγιάννης. Εἶχε καί σωματική καί ψυχική ἁγνότητα. Ὅποτε πετάγεται κάποιος καί μοῦ λέει: «Ὄχι νά θέλουν νά παρουσιάσουν τόν Μακρυγιάννη καί γιά ἅγιο!». «Γιατί ὄχι;», τόν ρωτάω. «Γιατί ἔδερνε τήν γυναίκα του», μοῦ ἀπαντάει. «Κοίταξε νά σού πῶ τί συνέβαινε. Ὁ Μακρυγιάννης, ὅταν τύχαινε νά ἔχει κανένα τάλιρο καί ἐρχόταν καμιά χήρα πού εἶχε παιδιά, τῆς τό ἔδινε. Ἡ γυναίκα του, ἤ καημένη, γκρινίαζε. Μά κι ἐσύ παιδιά ἔχεις, τοῦ ἔλεγε, γιατί τό ἔδωσες;. Κι ἐκεῖνος τῆς ἔδινε κανένα μπάτσο καί τῆς ἔλεγε" ἐσύ ἔχεις τόν ἄνδρα σου, πού θά σέ οἰκονομήσει. Αὐτή ἤ καημένη δέν ἔχει ἄνδρα, ποιός θά τήν οἰκονομήσει;». Δηλαδή καί οἱ δύο εἶχαν δίκαιο.

Ὕστερα, ἄν ὅ ἕνας ἀπό τούς δύο συζύγους ζεῖ πνευματικά, τότε καί δίκαιο νά ἔχει, δέν ἔχει κατά κάποιον τρόπο δίκαιο. Γιατί, σάν πνευματικός ἄνθρωπος πού εἶναι, πρέπει νά ἀντιμετώπιση μία ἀδικία πνευματικά. Νά τά ἀντιμετωπίζει δηλαδή ὅλα μέ τήν θεία δικαιοσύνη, νά βλέπει τί ἀναπαύει τόν ἄλλον. Γιατί, ἄν μία ψυχή εἶναι ἀδύνατη καί σφάλλει, ἔχει κατά κάποιον τρόπο ἐλαφρυντικά. Ὁ ἄλλος ὅμως, πού εἶναι σέ καλύτερη πνευματική κατάσταση καί δέν δείχνει κατανόηση, σφάλλει πολύ περισσότερο. Ὅταν καί οἱ πνευματικοί ἄνθρωποι ἀντιμετωπίζουν τά πράγματα κοσμικά, μέ τήν κοσμική, τήν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη, τί γίνεται μετά; Πρέπει νά πηγαίνουν συνέχεια στά κοσμικά δικαστήρια. Γι' αὐτό καί βασανίζονται οἱ ἄνθρωποι (σ. 55-58).
Ὁ Θεός τά ρύθμισε ὅλα μέ σοφία. Μέ ἄλλα χαρίσματα προίκισε τόν ἄνδρα, μέ ἄλλα τήν γυναίκα. Ἔδωσε στόν ἄνδρα ἀνδρισμό, γιά νά τά βγάζη πέρα στίς δύσκολες ὑποθέσεις καί γιά νά ὑποτάσσεται σέ αὐτόν ἡ γυναίκα. Γιατί, ἄν ἔδινε καί στήν γυναίκα τόν ἴδιο ἀνδρισμό, δέν θά μποροῦσε νά σταθῆ ἡ οἰκογένεια. Ἔλεγαν στήν Ἤπειρο γιά μία γυναίκα ὅτι ἦταν φοβερή! Φοροῦσε ἕνα ἄσπρο πουκάμισο μέχρι κάτω καί εἶχε πάντα μαζί της ἕνα γιαταγάνι! Οἱ ληστές τήν ἔπαιρναν στήν συντροφιά τους! Σκεφθῆτε νά ἔχουν μία γυναίκα στήν σπείρα τους! Μία φορά πῆγε ὧρες δρόμο μέ τά πόδια σέ ἕνα μακρινό χωριό, γιά νά πάρη ἕνα Βλαχάκι καί νά τό κάνη γαμπρό στήν κόρη της. Ἐπειδή ὅμως ἐκεῖνο ἀντιδροῦσε, τό ἔκλεψε, τό φορτώθηκε στήν πλάτη της καί τό ἔφερε στό χωριό της! Αὐτά ὅμως εἶναι ἐξαιρέσεις. Ἄν ἐπιστρατεύσης γυναῖκες καί κάνης μέ αὐτές ἕναν λόχο καί βάλης καμμιά δεκαριά προσκοπάκια νά ἔρχωνται ἀπό πέρα, οὔ, ἔφυγαν ὅλες! Θά νομίζουν ὅτι εἶναι ὁ ἐχθρός!«Ὁ ἀνήρ, λέει ἡ Γραφή, ἐστί κεφαλή τῆς γυναικός». Δηλαδή ὁ Θεός κανόνισε, ὥστε ὁ ἄνδρας νά ἀφεντεύη στήν γυναίκα. Νά ἀφεντεύη ἡ γυναίκα στόν ἄνδρα εἶναι ὕβρις στόν Θεό. Ὁ Θεός ἔπλασε πρῶτα τόν Ἀδάμ καί ὁ Ἀδάμ εἶπε γιά τήν γυναίκα: "Τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καί σάρξ ἐκ τῆς σαρκός μου". Ἡ γυναίκα, λέει τό Εὐαγγέλιο, πρέπει νά φοβᾶται τόν ἄνδρα, δηλαδή νά τόν σέβεται, καί ὁ ἄνδρας πρέπει νά ἀγαπάη τήν γυναίκα. Μέσα στήν ἀγάπη εἶναι ὁ σεβασμός . Μέσα στόν σεβασμό εἶναι ἡ ἀγάπη. Αὐτό τό ὁποῖο ἀγαπῶ, τό σέβομαι κιόλας. Καί αὐτό τό ὁποῖο σέβομαι, τό ἀγαπῶ. Δηλαδή δέν εἶναι ἄλλο τό ἕνα καί ἄλλο τό ἄλλο. Ἕνα πράγμα εἶναι καί τά δύο. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως φεύγουν ἀπό αὐτήν τήν ἁρμονία τοῦ Θεοῦ καί δέν καταλαβαίνουν αὐτά πού λέει τό Εὐαγγέλιο. Ἔτσι ὁ ἄνδρας παίρνη στραβά αὐτό πού λέει τό Εὐαγγέλιο καί λέει στήν γυναίκα: «Πρέπει νά μέ φοβᾶσαι ». Μά, ἄν σέ φοβόταν, δέν θά σέ παντρευόταν! Εἶναι καί μερικές γυναῖκες ποῦ λένε: «Γιατί ἡ γυναίκα νά φοβᾶται τόν ἄνδρα; Αὐτό δέν τό παραδέχομαι. Τί θρησκεία εἶναι αὐτή; Δέν ὑπάρχει ἰσότητα». Ἀλλά βλέπεις τί λέει ἡ Ἁγία Γραφή; «Ἀρχή σοφίας, φόβος Κυρίου». Φόβος Θεοῦ εἶναι ὁ σεβασμός πρός τόν Θεό, ἡ εὐλάβεια, ἡ πνευματική συστολή. Αὐτός ὁ φόβος σέ κάνει νά αἰσθάνεσαι δέος. Εἶναι κάτι τό ἱερό. Ἡ ἰσότητα πού ζητοῦν οἱ γυναῖκες μέ τούς ἄνδρες μόνον ὡς ἕνα σημεῖο μπορεῖ νά ἰσχύση. Σήμερα στίς γυναῖκες, ἐπειδή ἐργάζονται καί ψηφίζουν, μπῆκε ἕνα ἀρρωστημένο πνεῦμα καί νομίζουν ὅτι εἶναι ἴσες μέ τούς ἄνδρες. Φυσικά οἱ ψυχές ἴδιες εἶναι. Ἀλλά, ὅταν ὁ ἄνδρας δέν ἀγαπᾶ τήν γυναίκα καί ἡ γυναίκα δέν σέβεται τόν ἄνδρα, δημιουργοῦνται σκηνές στήν οἰκογένεια. Παλιά τό νά ἀντιμιλήση ἡ γυναίκα στόν ἄνδρα, τό θεωροῦσαν πολύ βαρύ. Τώρα μπῆκε ἕνα ἀλήτικο πνεῦμα. Τότε τί ὄμορφα ἦταν! Ἔχω γνωρίσει ἕνα ἀνδρόγυνο πού ὁ ἄνδρας ἦταν πολύ κοντός καί ἡ γυναίκα μία ἀνδρογυναίκα, ψηλή μέχρι ἐκεῖ ἐπάνω! Ἀφοῦ ἑκατόν ὀγδόντα ὀκάδες σιτάρι τό ξεφόρτωνε ἀπό τό κάρρο μόνη της. Μία φορά ἕνας ἐργάτης -ψηλός κι ἐκεῖνος- πῆγε νά τήν πειράξη καί ἐκείνη τόν ἅρπαξε καί τόν πέταξε πέρα σάν σπιρτόξυλο! Ἀλλά νά βλέπατε τί ὑπακοή ἔκανε στόν ἄνδρα της, πώς τόν σεβόταν! Ἔτσι κρατιέται ἡ οἰκογένεια, ἀλλιῶς δέν γίνεται.

Ἀπό τό βιβλίο «Οἰκογενειακή ζωή»
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Δ`
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Πηγή: http://www.imkifissias.gr

-Ὑπάρχει δρόμος ὠρέ!



 -Ὑπάρχει δρόμος ὠρέ!
-Ποιός εἶναι, στρατηγέ, καί δέν τόν λές τόση ὥρα; διαμαρτυρήθηκαν ὅλοι οἱ παριστάμενοι.
- Εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ, φωνάζει».
Μόνο ἄν ἀνεβοῦμε τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ, τόν Γολγοθᾶ, θά ἀντισταθοῦμε ὡς λαός καί ὡς κράτος.

«ΕΙΜΑΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Η ΜΗΤΕΡΑ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΔΙΚΗ ΣΟΥ»


«Να έχετε ευλάβειαν εις όλους τους αγίους της Εκκλησίας, και περισσότερον εις την Δέσποιναν Μαρίαν, διότι όλοι οι άγιοι είναι δούλοι του Χριστού, η δε Θεοτόκος είναι Βασίλισσα του ουρανού και της γης, ήτις παρακαλεί τον εύσπλαγχνον Χριστόν δια τας αμαρτίας μας. Δια τούτο πρέπει και ημείς να τιμώμεν την Δέσποιναν μας με νηστείας και ελεημοσύνας». 
Η Παναγία, αγαπητοί, μας χάρισε το μεγαλύτερο δώρο, τον Σωτήρα Χριστό. Ας της ανταποδώσουμε σεβασμό και σεμνότητα. Η Παναγία ζητάει να παύσουμε υποκριτικά να την τιμάμε, και να πάρουμε απόφασι να την τιμάμε αληθινά. Και αληθινή τιμή είναι η μίμησις.
Μέσα στο δωμάτιο επικρατεί σιωπή.
Μα, ξάφνου να!
Βλέπω την άνοιξη να μπαίνει!
Έχει την όψη λαμπερή και γελαστή, μ’ένα χαμόγελο που έχουν μόνο οι Άγγελοι…
Δεν είσαι άνοιξη;
Ούτε Άγγελος Θεού;
Μα ποιά να είσαι και σε βλέπω εδώ πέρα;
Μια γλυκιά φωνή μου λέει:

Είμαι Του Χριστού η Μητέρα, αλλά και δική σου.

Ο ΤΣΟΜΠΑΝΟΣ ΠΟΥ ΠΗΓΕ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

Αυτός ο τσοµπάνος, που πήγε στον Παράδεισο, τον λέγανε Μαυρογένη, γιατί είχε µαύρα γένια και ζούσε µέ την γυναίκα του απ' τον κόσμο µακρυά, µέ τα ζωντανά του και δεν κατέβαινε στο χωριό, παρά µονάχα για να πουλήσει τα τυριά του και να ψουνίση τα χρειαζούµενα, ξεκίνησε να λέει ό Προκόπης.
Μιαν ημέρα το λοιπόν, όπου βρέθηκε στο χωριό για τις δουλειές του, πήγε να ανάψει ένα κερί στην εκκλησιά, γιατί ήτανε θεοφοβούμενος και καλής ψυχής άνθρωπος. Εκεί µιλούσεν ό παπάς στους χωριανούς του και τούς έλεγε το κήρυγμα για τον ίσιον δρόμο του Θεού, πού πάει ολόϊσια στον Παράδεισον, αν δεν στρίβουµε δεξιά κι αριστερά. Πρέπει να τραβούµεν ίσια και να είµαστε συµπονετικοί για κάθε άνθρωπον, όταν έχει την ανάγκην µας. Νάµαστεν δηλαδή ψυχηκάρη δες και να ελεούμε, γιατί το ίδιο κάνει και ο Θεός και ελεεί τον κόσµον όλον για να ζει και να πορεύεται. Κι όποιον δει πώς κάνει κι αυτός το ίδιο, τον συµπαθά πολύ και τον παίρνει στον Παράδεισον, όπου είναι ή ζωή µεγαλείο ατελείωτον! "Έτσι τα έλεγεν ο παπάς κι έτσι πρέπει να είναι, κατά την γνώµην µου. Ή Εκκλησία δεν λέγει ποτέ της ψέματα και γιατί να τα πει, μαθές;
'Όλοι ακούγαμε τον απλοϊκόν τσοµπάνο, που μιλούσε µε τον δικό του παραστατικόν τρόπο και κάθε λίγο σκούπιζε τα µουστάκια του, άγνωστον γιατί, και δεν έδειχνε δυσκολία στο να εκφραστεί αυθόρµητα και να πει την πίστη του. Ό φίλος µου, πού είχε ενθουσιασθεί, ρώτησε, συντομεύοντας την μικρή παύση στην διήγηση του Προκόπη:
- Και μετά τι έγινε: Πως πήγε στον Παράδεισον;
- 'Όταν γύρισε στο καλύβι του, το είπε στην γυναίκα του χαρούμενος αυτό το ευχάριστο μαντάτο και της είπε πώς θα πάει την άλλη μέρα να συναντήσει τον Θεό. 'Έτσι κι έγινε.
Την άλλη µέρα πήρε ψωμοτύρι µαζί του, χαιρέτισε την κυρά του και ξεκίνησε για τον Παράδεισο. Πήρε τον ίσιον δρόμο και προχωρούσε ανάµεσα στα χωράφια, χωρίς να στρίβει δεξιά τι αριστερά, όπως είπεν ο παπάς και το βραδινό κοιµήθηκε κάτω από ένα δέντρο και συνέχισε την άλλη µέρα τον ίσιο δρόμο για τον Παράδεισο.
'Εφαγε και το ψωμοτύρι, που είχε µαζί του και συνέχισε και την τρίτη µέρα και την τέταρτη. Το ένα βουνό ανέβαινε, το άλλο κατέβαινε. Την πέµπτη µέρα πείνασε πολύ και σκέφτηκε τι να κάνη και που να βρει τροφή. Κι όταν ανέβηκε το βουνό, πού ήταν µπροστά του, είδε στην απέναντι πλαγιά ένα Μοναστήρι. 'Έσυρε λοιπόν και πήγε. Χτύπησε την πόρτα και ζήτησε βοήθεια. Ευτυχώς το Μοναστήρι βρισκόταν πάνω στον δρόμο του. Τον βάλανε λοιπόν µέσα στην εκκλησιά του Μοναστηριού να περιµένει, ώσπου να του φέρουνε τίποτε φαγώσιµο. Κι έβλεπε ολόγυρα τις εικόνες και τις θαύµαζε, όλες του φαινότανε ζωντανές, ολοζώντανες. Μόνο, πού δεν µιλούσανε. Κι όντας έστρεψε το µάτι του και είδε στον σταυρό σταυρωµένον κι ολόγυμνο και µατωµένον τον Χριστό, αναφώνησε:
-' Ωχου, το παλληκάρι, το λαβώσανε οι άτιµοι! 'Ωχου και τον έχουν κρεµασµένον ακόµα!
- Την ίδια στιγµή, ένας καλόγερος του έφερε λίγα φαγώσιµα, τάβαλε πάνω στον πάγκο και τούπε να φάει, συνέχισε ο Προκόπης. Ό καλόγερος όμως µπαίνοντας τον άκουσε, πού µιλούσε στον σταυρωµένον και τον ρώτησε:
Μιλούσες µέ κανέναν, αδερφέ; Ό Μαυρογένης, πού υποψιάστηκε τον καλόγερον, πώς είναι απ' αυτούς, πού τον σταυρώσανε, δεν είπε τίποτα. Κι όταν έφυγε ο καλόγερος φώναξε στον σταυρωµένον:
- 'Έ, παλληκάρι! Μπορείς να κατέβεις; από κει πάνω, να 'ρθης να φάμε µαζί αυτά, πού µου φέρανε; Θες να 'ρθώ να σε κατεβάσω εγώ;
- 'Οχι. Μπορώ και µόνος µου να κατέβω. 'Ερχοµαι.
- Κατέβηκε το λοιπόν ο Σταυρωµένος κάτω, συνέχισε ο Προκόπης την αφήγηση του, κάθισε στον πάγκο κι έφαγε κι έπιασε κουβέντα µέ τον τσοµπάνο. 'Εκείνος τούπε να τον πάρει µαζί του, τώρα πού πάει να συναντήσει τον Θεό.
Θέλεις να σε πάρω κι εσένα; Ό Θεός είναι καλός και θα σε λυπηθεί και θα σε βάλει και σένα στον Παράδεισο. 'Εγώ γι' αυτό πάω στον Θεό. 'Ερχεοαι µαζί µου; Δεν πρόλαβε όμως ο Σταυρωµένος ν' αποκριθεί, γιατί ακούστηκε να έρχεται ο καλόγερος. Τότε ο Σταυρωµένος ξανανέβηκε γρήγορα πάνω στον σταυρό κι έμεινε µέ ανοιγμένα χέρια.
Και ο καλόγερος ρώτησε τον τσοµπάνο:
- Τώρα µή µου πεις πώς δεν µίλαγες µέ κανέναν. Σ' άκουσα µέ τα ίδια µου τ' αυτιά. Λέγε µέ ποιόν µιλούσες;
- Ό Μαυρογένης φοβήθηκε στην αρχή, δίστασε και στο τέλος είπε στον καλόγερο πώς μιλούσε με το κρεμασμένο αυτό παλληκάρι, πού το λυπήθηκε και το κάλεσε να φάνε μαζί το βρισκόμενο. Και είπε στον καλόγερο:
- Μη με μαρτυρήσεις, άγιε καλόγερε, αλλά θέλω να πάω στον Παράδεισο και ό παπάς του χωριού μας είπε να πάρουμε τον ίσιο δρόμο και να είμαστε ψυχοπονιάρηδα;
Κατάλαβες; Το λυπήθηκα λοιπόν το παλληκάρι και το κάλεσα να πάρει κι αυτό μια μπουκιά ψωμί. Κακό έκανα;
- 'Οχι, όχι, καλά έκανες και πάντα να συμπονάς τούς αναγκεμένους, αποκρίθηκε κατάπληκτος ό καλόγερος με τα όσα του είπε ό τσομπάνος. Κι έτρεξε και τα φανέρωσε όλα στον Ηγούμενό του.
'Ύστερα, λέγει η ιστορία, φτάσανε όλοι οι καλόγεροι με τον Ηγούμενο στην εκκλησιά και βάλανε μετάνοια στον τσομπάνο, πού έφαγε μαζί με τον Σταυρωμένο Χριστό και τον παρακαλέσανε να πει καμμιά καλή κουβέντα και γι' αυτούς, όταν συναντήσει τον Θεό.
- Άμα τον δω τον Θεό, θα του πω και για σας, αλλά γιατί το κρατάτε σταυρωμένο το παλληκάρι; Τι σας έκανε; Κατεβάστε το να φάει και να ντυθεί, πού είναι ολόγυμνος και πληγωμένος. Κι αν δεν τον θέλετε εσείς εδώ, τον παίρνω εγώ μαζί μου.
- Εκείνοι κοκκαλώσανε απ' την καλοσύνη και την αθωότητα του Μαυρογένη και, αφού του δώσανε όλα τα χρειαζούμενα, τον συνόδεψαν κάμποσο στον ίσιο δρόμο. πού ακολουθούσε κι όταν εκείνος απομακρύνθηκε, τον βλέπανε πού δεν πάταγε στην γη, αλλά περπατούσε στον αέρα μέχρι, πού χάθηκε απ' τα μάτια τους.

Από το βιβλίο του Π.M.Σωτήρχου «Οι εραστές του παραδείσου» εκδ.Αστήρ


Πηγή: http://agiameteora.net

Για Μαθηματικά κι όχι μόνο...