Η θυσία του "εγώ".



Καυχιόνται μερικοί...
«Εμείς τα αφήσαμε όλα, δουλειά, φίλους, σπίτια, αυτοκίνητα, περιουσίες, πτυχία.
Τα αφήσαμε όλα και γίναμε μοναχοί».
Μα τί λέτε άνθρωποι; Τί αφήσατε; Για ποιο πράγμα καυχιέστε;
Γιατί συμπεριφέρεστε λες και όλα αυτά ήταν δικά σας;
Ο Κύριος σας τα έδωσε, σας τα χάρισε όλα.
Η θυσία σας αυτή λοιπόν δεν σας στοίχισε βαθιά. Ήταν μία θυσία ρηχή.
Άλλο πράγμα να αφήσετε πίσω σας. Κάτι που θα σας στοιχίσει.
Το «εγώ» αυτό ζητά ο Κύριος να αφήσουμε και τότε μας ευλογεί, τότε όντως Τον ευχαριστούμε...
Το να γίνεις μοναχός μαζί με το "εγώ" σου δεν θα σε οφελήσει τίποτα.
Όπως ο Όσιος Νείλος ο Καλαβρός, ο οποίος στην εσχατιά της ασκήσεώς του απόκαμε. Δεν μπορούσε άλλο. Η νηστεία, η κακοπάθεια, η αγρυπνία τον εξουθένωσαν. Οι πειρασμοί δεν έλεγαν να κοπάσουν. Και εκείνη την ώρα κατάλαβε όπως ο ίδιος το ομολογεί.
«Είμαι αδύναμος, τίποτα δεν κατάφερα, τίποτα δεν είμαι...».
Ομολόγησε την ασθένειά του, την ανεπάρκειά του. Αποδέχτηκε τον πειρασμό σαν τον σταυρό του και τον σήκωσε.
Πριν ήθελε να απαλλαγεί απ’ αυτόν. Εγωιστικά, με γογγυσμούς και παράπονα. Τώρα τον αγκάλιασε και ταπεινώθηκε. Έκανε τον πειρασμό μέσο σωτηρίας και όχι αγκάθι παραπόνων.
Και τότε σαν σε όραμα Τον είδε. Τότε που ταπεινώθηκε. Όχι για τις αγρυπνίες του, ή τις νηστείες και την κακοπάθεια που υπέμεινε τόσο καιρό. Τον είδε κυρίως για το αίσθημα της ανεπάρκειας που βίωσε, για την εκούσια παραίτηση από το «εγώ» του, για την ταπείνωση που ενδύθηκε.
Είδε τον Εσταυρωμένο πράο και γαλήνιο πάνω στον Σταυρό του. Ένα αραχνοΰφαντο βέλο από μετάξι τους χώριζε. Μπορούσε όμως να Τον δεί...
Ο Όσιος τότε σπάραξε. Η φωνή του ανακατεμένη με τα δάκρυά του ακούστηκε «Κύριε ελέησέ με, και ευλόγησέ με...».
Και τότε τί φοβερό θέαμα αντίκρυσε!
Είδε τον Εσταυρωμένο να «ξηλώνει» το χέρι του από τον Σταυρό και να τον ευλογεί.
Τον ευλόγησε τρεις φορές, πάνω από τον Σταυρό Του. Με το χέρι εκείνο που καρφώθηκε στον Σταυρό, με εκείνο το χέρι που τρυπήθηκε από την κακία των πλασμάτων Του...
Και ο Όσιος ειρήνευσε.
Ότι κι αν θυσιάσουμε για χάριν του Χριστού είναι πολύ λίγο μπροστά στην δική Του θυσία.
Δεν είναι η άσκηση, αλλά η ταπείνωση που έρχεται διά της ασκήσεως που Τον ευαρεστεί. Τότε που η βαθύτατη ανάγκη για συγχώρεση γίνεται αναπνοή του ασκητού. Τότε που θεοπτία είναι η θέα του άλλου.
Τότε που και μεις θα «ξηλώσουμε» την σάρκα μας από το χώμα και θα την ανυψώσουμε στο ύψος του Σταυρού μας...

αρχιμ.Παύλος Παπαδόπουλος

Για Μαθηματικά κι όχι μόνο...